Νέα και γόνιμη γυναίκα

Τα επίπεδα γονιμότητας αλλάζουν με την ηλικία. Άνδρες και γυναίκες γίνονται γόνιμοι κατά την εφηβεία. Η έναρξη της γονιμότητας για τις γυναίκες σηματοδοτείται από την εμμηνόρροια και την ωορρηξία. Αντίστοιχα, μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό, ότι οι γυναίκες δεν μπορούν πλέον να μείνουν έγκυοι μετά την εμμηνόπαυση.

Σε γενικές γραμμές, η πιθανότητα αναπαραγωγής μειώνεται καθώς η ηλικία των γυναικών αυξάνεται, και η γονιμότητα αναμένεται να φτάσει σε μηδενικά επίπεδα περίπου πέντε έως δέκα χρόνια πριν από την εμμηνόπαυση.

Στη σημερινή κοινωνία, η υπογονιμότητα που συνδέεται με την ηλικία καθίσταται όλο και πιο συνηθισμένο φαινόμενο, καθώς, για διάφορους λόγους, πολλές γυναίκες περιμένουν μέχρι τη δεκαετία των τριάντα για να ξεκινήσουν την οικογένεια τους. Παρότι οι γυναίκες σήμερα είναι πιο υγιείς και φροντίζουν τον εαυτό τους περισσότερο από ποτέ άλλοτε, η βελτιωμένη υγεία σε μεγαλύτερη ηλικία δεν αναστέλλει τη φυσιολογική διαδικασία μείωσης της γονιμότητας.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η γονιμότητα φθίνει καθώς η γυναίκα μεγαλώνει, εξαιτίας της μείωσης του αριθμού των ωαρίων που βρίσκονται στις ωοθήκες. Αυτή η μείωση της γονιμότητας μπορεί να συμβεί πιο σύντομα από αυτό το χρονικό διάστημα που οι περισσότερες γυναίκες υπολογίζουν.

Τα πιο γόνιμα χρόνια της γυναίκας είναι κατά τη δεκαετία των 20. Η γονιμότητα σταδιακά φθίνει κατά τη δεκαετία των τριάντα, και ιδιαίτερα μετά τα τριάντα πέντε έτη. Κάθε μήνα που μια υγιής, γόνιμη γυναίκα 30 ετών προσπαθεί να μείνει έγκυος, έχει 20% πιθανότητα να το επιτύχει.

Αυτό σημαίνει ότι για κάθε εκατό γυναίκες, σε αυτή την ηλικία, που προσπαθούν να μείνουν έγκυες κατά τη διάρκεια μίας περιόδου, μόλις είκοσι από αυτές θα το κατορθώσουν, ενώ ογδόντα θα πρέπει να προσπαθήσουν ξανά. Μέχρι την ηλικία των 40, η πιθανότητα σύλληψης μειώνεται κατά 5% ανά κύκλο. Ως αποτέλεσμα, στα σαράντα τους χρόνια, λιγότερες από πέντε στις εκατό γυναίκες καταφέρνουν να συλλάβουν κάθε μήνα.

Οι γυναίκες δεν παραμένουν γόνιμες έως την εμμηνόπαυση. Η εμμηνόπαυση οριστικοποιείται στην ηλικία των 51 ετών, κατά μέσο όρο. Όμως, οι περισσότερες γυναίκες χάνουν την ικανότητά τους να συλλάβουν περίπου στην ηλικία των 45 ετών. Αυτά τα ποσοστά είναι πραγματικότητα για σύλληψη με φυσικό τρόπο, καθώς και για σύλληψη μέσω θεραπείας γονιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της μεθόδου εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Μολονότι, οι διάφορες περιπτώσεις που δημοσιεύονται στα μέσα ενημέρωσης πιθανώς να οδηγούν τις γυναίκες και τους συντρόφους τους στο να πιστεύουν ότι μπορούν να χρησιμοποιήσουν μεθόδους όπως η εξωσωματική γονιμοποίηση για να μείνουν έγκυες, στην πραγματικότητα, η ηλικία της γυναίκας επηρεάζει άμεσα το ποσοστό επιτυχίας των διάφορων θεραπειών υπογονιμότητας.

Στην ουσία, η απώλεια της γονιμότητας που συνδέεται με την ηλικία της γυναίκας οφείλεται στο γεγονός ότι τόσο η ποιότητα όσο και η ποσότητα των ωαρίων μειώνεται σταδιακά.

Από την άλλη μεριά, η μείωση της αναπαραγωγικής ικανότητας στους άνδρες, βάσει των χαρακτηριστικών του σπέρματος, συμβαίνει πολύ αργότερα. Η ποιότητα του σπέρματος φθίνει σχετικά καθώς η ηλικία του άνδρα μεγαλώνει, αλλά δεν αποτελεί πρόβλημα πριν την ηλικία των 60 ετών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here