Γυναίκα & Υγεία

Γυναικεία ακράτεια: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε

ακράτεια μετά την εγκυμοσύνη
ακράτεια εγκυμοσύνη

Σαν ακράτεια ούρων χαρακτηρίζεται η κατάσταση, κατά την οποία παρουσιάζεται ακούσια εκροή ούρων συνεχώς ή κατά διαστήματα. Η διαβροχή των γεννητικών οργάνων προκαλεί πρόβλημα υγιεινής στη γυναίκα, ενώ η προσπάθειά της να αποφύγει κάθε κίνηση, που συνεπάγεται ακράτεια, μπορεί να προκαλέσει αίσθημα κατωτερότητας με τάση απομόνωσης από το περιβάλλον. Το φαινόμενο της ακούσιας απώλειας ούρων παρουσιάζεται αρκετά συχνά σε γυναίκες κάθε ηλικίας.
Έρευνα ανάμεσα σε 4.000 μαθητευόμενες νοσοκόμες στη Βαλτιμόρη ηλικίας 17-25 ετών αποκάλυψε, ότι από αυτές το 50% παρουσίαζε περιστασιακά και το 18% σε καθημερινή βάση απώλεια ούρων. Σύμφωνα με άλλη έρευνα, που έγινε στο Λονδίνο μεταξύ 22.000 γυναικών όλων των ηλικιών, βρέθηκε να πάσχει το 8% των γυναικών μέχρι 64 ετών και το 11% άνω των 65 ετών από σημαντική ακράτεια ούρων.

Όταν το φαινόμενο της ακράτειας παρουσιάζεται περιστασιακά, συνήθως δεν θεωρείται από τη γυναίκα σαν κάτι ιδιαίτερα ενοχλητικό ή παθολογικό. Υπάρχουν όμως και σοβαρότερες περιπτώσεις, που η ασθενής από μόνη της θα ζητήσει να συμβουλευτεί το γιατρό. Καταστάσεις, που μπορεί να οδηγήσουν σε ακράτεια ούρων είναι οι εξής: α) πρόπτωση της κύστης και της μήτρας λόγω ανεπάρκειας των ιστών του πυελικού εδάφους, που οφείλεται σε τοκετούς, σε παχυσαρκία, ιδιοσυστασία της γυναίκας ή σε βαριά σωματική εργασία, β) ανεπάρκεια της ουρήθρας, που παρουσιάζεται συχνά στην εμμηνόπαυση και οφείλεται σε ατροφία του ουροποιογεννητικού συστήματος, γ) ψυχολογικοί παράγοντες και δ) βλάβες του νευρικού συστήματος.

ακράτεια
συχνουρία

Οι πιο συχνοί τύποι ακράτειας ούρων στη γυναίκα είναι οι εξής δύο: η ακράτεια από προσπάθεια, δηλαδή ακράτεια σε δυνατό βήχα, σε ανύψωση βάρους, σε γυμναστική ή την ώρα του βαδίσματος. Ο άλλος τύπος λέγεται ακράτεια ούρων από έπειξη και χαρακτηρίζεται από συχνό και έντονο αίσθημα επικείμενης κένωσης της κύστης. Ο πρώτος τύπος, οφείλεται στην πρόπτωση κύστης-μήτρας ή στην ανεπάρκεια της ουρήθρας, ενώ ο δεύτερος οφείλεται σε ψυχολογικούς ή νευρολογικούς παράγοντες.

Σήμερα, η διάγνωση στηρίζεται όχι μόνο στο ιστορικό της ασθενούς και τη γυναικολογική εξέταση, αλλά και σε μια νέα μέθοδο, που αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια, την ουροδυναμική. Με την ουροδυναμική προσδιορίζονται, με τη βοήθεια ειδικού τεχνολογικού εξοπλισμού, η πίεση στην κύστη και στην ουρήθρα καθώς και άλλες παράμετροι. Οι μετρήσεις αυτές συντελούν στην καλύτερη διάγνωση και κατ’ επέκταση στην καλύτερη θεραπευτική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Όταν πρόκειται για ακράτεια ούρων από προσπάθεια, που οφείλεται σε πρόπτωση μικρού βαθμού, τότε ακολουθείται φαρμακευτική αγωγή ή συνιστάται η εκτέλεση ειδικών ασκήσεων με σκοπό την ενδυνάμωση των μυών του πυελικού εδάφους. Η εμμηνοπαυσιακή ατροφία της ουρήθρας αντιμετωπίζεται με οιστρογόνα σε μικρή δόση.

Η ακράτεια ούρων από έπειξη αντιμετωπίζεται επίσης με φαρμακευτική αγωγή. Μόνο σε περίπτωση σοβαρότερου βαθμού ενδείκνυται η χειρουργική αντιμετώπιση του προβλήματος. Για αυτές τις περιπτώσεις έχουν αναπτυχθεί διάφορες χειρουργικές τεχνικές, που εκτελούνται ανάλογα με τον βαθμό και τον τύπο της πρόπτωσης. Η εφαρμογή της ουροδυναμικής συντελεί προεγχειρητικά στην επιλογή της καλύτερης χειρουργικής τεχνικής και μετεγχειρητικά συμβάλλει στην αξιολόγηση του αποτελέσματος.

Ολοκληρώνοντας πρέπει να τονισθεί, ότι σήμερα οι γνώσεις μας σχετικά με το πρόβλημα της ακράτειας ούρων έχουν διευρυνθεί, όπως έχουν διευρυνθεί και οι δυνατότητες της θεραπευτικής του αντιμετώπισης. Σε όλα αυτά συνετέλεσε η εξέλιξη της τεχνολογίας και η εφαρμογή της στην πράξη στα πλαίσια της ουροδυναμικής τεχνικής.